Ε. Πριοβόλου στο Antenna-Star.gr: «Με απασχολεί το «τις πταίει» του πολιτικού και κοινωνικού μας βίου»

Τι θα πει ευτυχία και «γενιά της αλάνας»; Αυτή η «γενιά της αλάνας» δεν είναι οι πατεράδες και οι παππούδες του σήμερα; Δεν είναι οι πολιτικοί, οι διοικητές, οι πρόεδροι, οι εκπαιδευτικοί, οι υπάλληλοι, οι εργάτες; Αν ήταν πιο ευτυχείς, γιατί ο κόσμος δεν έγινε καλύτερος;

Θρεμμένη με τους μύθους και τα παραμύθια της γενέθλιας γης, τα πολυφωνικά άσματα της δημοτικής μουσικής, των μοιρολογιών και της Βυζαντινής υμνωδίας και μεγαλώνοντας  σε ένα αμιγώς πολιτικοποιημένο περιβάλλον, η καταξιωμένη Ελληνίδα συγγραφέας Ελένη Πριοβόλου, βρήκε από πολύ νωρίς καταφύγιο στις λέξεις, αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου και γράφοντας παραμύθια και όνειρα για μικρούς και μεγάλους. Συζητώντας μαζί της στο πλαίσιο της «Συνέντευξης της Δευτέρας», ένιωσα πως έχω απέναντί μου μια γυναίκα που καταφέρνει να διατηρεί ζωντανό το όνειρο μέσα της και να το διαπλάθει με τον χαρακτηριστικό ενθουσιασμό ενός παιδιού. 

  • Συνέντευξη στη Νάντια Μπούτα

Η Ελένη Πριoβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, όπου και έζησε μέχρι τα 18 της. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η τάση της να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο, τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί για πάνω από είκοσι τρία έτη. Έχει καταθέσει είκοσι ένα βιβλία για παιδιά και εφήβους, επτά μυθιστορήματα για μεγάλους, μία νουβέλα και ένα βιβλίο με ιστορίες.

Το μυθιστόρημά της για ενήλικες, «Όπως ήθελα να ζήσω» (Καστανιώτης, 2009) τιμήθηκε το 2010 με το «Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ)». Επίσης έχει αποσπάσει το Βραβείο για Μεγάλα Παιδιά του περιοδικού «Διαβάζω» για το βιβλίο της «Το σύνθημα» (Ελληνικά Γράμματα, 2008).

Θέλησα να ξεκινήσω τη συζήτησή μας, γυρίζοντας πίσω στα χρόνια εκείνα που η συγγραφέας πέρασε εδώ, στην ιδιαίτερη πατρίδα της…

Κυρία Πριοβόλου, η Αμερικανίδα συγγραφέας May Sarton πίστευε ότι «Όποιος είναι να γίνει συγγραφέας, γνωρίζει αρκετά στα δεκαπέντε του για να γράψει πολλά μυθιστορήματα». Πείτε μου για τις μνήμες και τα όνειρα εκείνης της ηλικίας: Ήταν πραγματικά πολλές και έντονες ώστε να σας γεμίσουν με εικόνες και βιώματα που θα κρατήσουν για μια ζωή ή ήταν απλά αρκετές για να σηματοδοτήσουν την αφετηρία μιας μεγάλης συγγραφικής καριέρας;

Καταρχάς θα ήθελα να σας ευχαριστήσω γι’ αυτή την επαφή με τον γενέθλιο τόπο. Ας αρχίσουμε λοιπόν από τις μνήμες. Θα τις ονομάσω μνήμες του φόβου και των απαγορεύσεων. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα κήρυξης της δικτατορίας, όταν είδα να μπαίνει στο σπίτι μας ο αστυνομικός διευθυντής με το τσιράκι του για να συλλάβουν τον πατέρα μου. Πέρασαν τόσα χρόνια και όμως έχω ακόμα την αίσθηση του παγωμένου αίματός μου.

Έπειτα θα μου μείνει αλησμόνητο το  συναίσθημα που αποκόμισα όταν έγινα αυτόπτης μάρτυς -όπως και όλη η τάξη μας- της βέργας του δασκάλου, που έπεφτε στα λιανά χέρια μιας συμμαθήτριας μου και μάλιστα εντελώς άδικα κατά την άποψή μου.

Ήμουν και στα δυο γεγονότα μόλις 8 ετών. Από εκείνη την εποχή πιστεύω άρχισε να χοχλάζει μέσα μου το μάγμα της δημιουργίας.  Επειδή μου απαγόρευαν να λέω τη γνώμη μου ή να διατρανώνω την αδικία, κατέγραφα τα καταπιεσμένα μου συναισθήματα σε τετράδιο. Μεγαλώνοντας, αυτή η συνήθεια ήταν η ελευθερία που μου επέτρεπε να «φωνάζω δυνατά».

Ήταν αυτή η ελευθερία που σας ώθησε σε μια πιο ολοκληρωμένη σχέση με τη συγγραφή; Πώς εξελίχθηκε αυτή η σχέση;

Γυμνάσιο, πανεπιστήμιο και έξω στη ζούγκλα της αγοράς αναζητώντας εργασία. Πολιτικοποιημένη ούσα -αφού μεγάλωσα σε αμιγώς πολιτικοποιημένο περιβάλλον- διέκρινα νωρίς την αδικία, την αναξιοκρατία, την πελατειακή σχέση με το πολιτικό σύστημα, την αγωνία επιβίωσης των ανθρώπων γύρω μου, την υποτέλεια στον ισχυρό.

Τότε ήταν που έγραψα το πρώτο μου παραμύθι με τίτλο «Ένας γελωτοποιός για κλάματα», προκειμένου να περιγράψω όλα αυτά τα δεινά.

Παιδί από την επαρχία δεν ήξερα κανέναν στην Αθήνα. Όμως είχα την τύχη να ενδιαφέρει η θεματολογία μου τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», και το παραμύθι μου σε εικονογράφηση της εικαστικού Μάρθας Κορίτσογλου, να πάρει θέση στους πάγκους των βιβλιοπωλείων. Ήμουν μόλις είκοσι πέντε ετών.  

Η συγγραφή δηλαδή για εσάς, είναι μια ευκαιρία για εξωτερίκευση συναισθημάτων; Δεν ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγήσει τον συγγραφέα σε εσωτερικές διερευνήσεις που καμιά φορά καταλήγουν σε εσωστρέφεια;

Για μένα η συγγραφή είναι πράξη πολιτική, που αν την κάνεις έντιμα αναζητώντας την αλήθεια οδηγεί στην αυτογνωσία. Προσωπικά, δε με διακρίνει καμιά εσωστρέφεια, αφού το γράψιμο για μένα ήταν πάντα το καταφύγιό μου και συνάμα η τελειοποίησή μου μέσω της γνώσης που αποκτούσα μέχρι να ολοκληρωθεί το κάθε μου έργο.

Χρειάστηκε να εργαστώ στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα  όσα χρόνια ασχολούμαι και με τη συγγραφή. Είμαι παρούσα στους κοινωνικούς αγώνες και μάχομαι από το μετερίζι μου για έναν κόσμο διαφορετικό. Αυτό με οδηγεί στην εξωστρέφεια. Η συγγραφή είναι ο υπαρξισμός μου. Και όπως λέει ο Ζαν Πολ Σαρτρ, ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός.

Έπειτα δεν μπορώ να μιλώ για εσωστρέφεια όταν παραδίδω το έργο μου σε ένα εκδότη και εκείνος το κοινωνεί στους αναγνώστες. Εσωστρεφής ήταν ο Πεσσόα ή ο Κάφκα που δεν εξέδωσαν τίποτα όσο ζούσαν ή η Έμιλυ Ντίκινσον που έζησε απομονωμένη σε όλη της τη ζωή.    

Από πού αντλείτε τη θεματολογία των βιβλίων σας;

Στα έργα μου -κυρίως στα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε ενήλικες- με απασχολεί το «τις πταίει» του πολιτικού και κοινωνικού μας βίου. Μοιραία η θεματολογία μου πηγάζει από την εντατική μελέτη των ιστορικών πηγών. Ιδιαίτερα της αφανούς ιστορικής αλήθειας, η οποία εντέχνως κρύβεται ή παραποιείται από την προπαγάνδα της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων.

Με ελκύουν ήρωες οι οποίοι αδικήθηκαν, λοιδορήθηκαν και εν τέλει  πετάχτηκαν στο ανώνυμο πλήθος, επειδή η αντισυμβατική τους στάση δεν εξυπηρετούσε καθόλου την ιθύνουσα τάξη πραγμάτων. Επίσης πρόσωπα τα οποία αναγορεύτηκαν σε εθνικούς ευεργέτες και σωτήρες ενώ στην πραγματικότητα έβλαψαν τον τόπο.

Γι’ αυτό στα βιβλία μου τοποθετώ ήρωες θετικούς και αρνητικούς -πάντοτε μετά από εξαντλητική έρευνα- και αφήνω ελεύθερο τον αναγνώστη να πάρει θέση. 

Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος Έλληνας καταφέρνει να αναγνωρίσει και να σεβαστεί τελικά τις θεμελιώδεις αρχές και τα ιδανικά του;

Το θέμα δεν είναι Ελληνικό, αλλά παγκόσμιο. Έπειτα τι θα πει ελληνικό όταν ο τρόπος ζωής μας έχει αμερικανοποιηθεί η εξευρωπαϊστεί μέσα από μια φραγκολεβαντίνικη νοοτροπία;

Μιμούμαστε τα ξένα πρότυπα τελείως αχώνευτα. Οι θεσμοί κλονίζονται επειδή καταπατούνται πρώτον από τους ίδιους τους αντιπροσώπους του λαού στην εξουσία. Τα ιδανικά θυσιάζονται στο βωμό ενός προτεινόμενου από την αγορά  τρόπου ζωής (λαιφ στάιλ), θύματα του οποίου είναι η ίδια η οικογένεια και φυσικά η εκπαίδευση που απέχει μακριά από το να θεωρείται παιδεία.

Παρακολουθώντας τη συγγραφική σας πορεία, νιώθω ότι ακόμη και σήμερα ζει μέσα σας εκείνο το παιδί… λίγο ζωηρό, αντισυμβατικό κάποιες φορές, ευαίσθητο αλλά και σκληρό ταυτόχρονα και κατά βάθος πολύ ονειροπόλο. Ισχύει αυτό;

Θα μπορούσατε να το πείτε έτσι. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ δυο πολυσέλιδων μυθιστορημάτων, γράφω μανιωδώς βιβλία για παιδιά και εφήβους. Αυτό με βοηθάει να κρατώ φρέσκια την παιδικότητά μου, και να φαντάζομαι έναν κόσμο όπως θα ήθελα να τον ζήσω εγώ, τα παιδιά, τα εγγόνια μου.

Δημιουργώντας όμορφους κόσμους φυτεύω τον μυστικό μου κήπο όπου καλλιεργώ τα εύοσμα λουλούδια και όχι τα άνθη θερμοκηπίου τα οποία είναι πανέμορφα εξωτερικά, αλλά άοσμα, άρα χωρίς συναισθήματα.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο «παραμύθι για μικρούς» και στο «παραμύθι για μεγάλους»;

Το παραμύθι για μικρούς στηρίζεται στον συμβολισμό και το παράλογο φαινομενικά. Πίσω όμως από το εκμαγείο της μεταμφίεσης κρύβονται αξίες και ιδεολογίες που συμβάλουν στην ομαλή μετάβαση παιδιού στον κόσμο των ενηλίκων και ετοιμάζουν τον ολοκληρωμένο πολίτη του αύριο.

Στη μυθιστορία για τους μεγάλους αποτυπώνονται τα γεγονότα, αναλύονται οι χαρακτήρες ερμηνεύονται οι συνθήκες και κρίνονται καταστάσεις των τετελεσμένων. Τον ενήλικα τον αφυπνίζεις καθιστώντας τον συμμέτοχο και συνένοχο στα μικρά ή τα μεγάλα εγκλήματα. Τα παιδιά όχι. 

Ο ενήλικας – κάθε εποχής-  έχει την ανάγκη να διαβάσει ένα «παραμύθι»;

Προσωπικά όταν ερεθίσει το θυμικό μου ένα θέμα το οποίο προορίζεται να μεταπλαστεί σε μυθιστόρημα, δεν μπαίνω στη διαδικασία να σκεφτώ  τις ψυχολογικές ανάγκες που γεννάει η εποχή στους ανθρώπους.

Καλύπτω μια δική μου ανάγκη και στην πορεία ακολουθεί η υποχρέωση να καταστήσω τον αναγνώστη κοινωνό των ανησυχιών μου. Αν κατορθώσω να επηρεάσω τη σκέψη και το συναίσθημα κάποιων ανθρώπων είναι καλό, γιατί το βιβλίο πέτυχε το στόχο του.   

Σπουδάσατε πολιτικές επιστήμες, αλλά έχετε πει πως τώρα πια νιώθετε πως καμία επιστήμη δε θα μπορούσε να ταιριάζει στην ουτοπιστική σας ιδιοσυγκρασία. Πώς αντιλαμβάνεστε τη λέξη «ουτοπία»;

Το όραμά μου για τον κόσμο μοιάζει ανέφικτο. Βρίσκεται στη σφαίρα του φανταστικού. Μιλάμε για δικαιοσύνη σε έναν κόσμο άδικο. Για ελευθερία σε έναν κόσμο ανελεύθερο. Για ισότητα σε έναν κόσμο απόλυτης ανισότητας.

Όμως συνεχίζω -μαζί με πολλούς άλλους ομοϊδεάτες- να υπερασπίζομαι την Ελευθερία, την Ισότητα και τη Δικαιοσύνη. Αν στην πορεία καταφέρει ο καθένας από εμάς να ψηλώσει έναν πόντο τον εαυτό του ηθικά και πνευματικά, έχει κερδίσει έδαφος στην κοινωνική αλλαγή.

Είστε αισιόδοξη;

Η ερώτηση αυτή δεν έχει απάντηση. Ζω την εποχή μου και πασχίζω να βελτιώνω διαρκώς τον εαυτό μου και όσους ανθρώπους έφερε η ζωή να είναι κοντά μου.

Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ιστορία αίματος, βίας, πολέμων και ολοκαυτωμάτων. Τι πιο άγριο να συμβεί από τον Ναζισμό; Θα μου πείτε η πυρηνική καταστροφή, αν κάποιος από τους τρελούς που κυβερνούν τον κόσμο πατήσει ένα κουμπί, για να δει -ως άλλος Νέρων- τον κόσμο να καίγεται. Η παιδεία ξέφυγε εντελώς από τα ανθρωπιστικά ιδεώδη και έγινε εργαλείο στα χέρια μιας ολιγαρχίας που αναζητά μη σκεπτόμενους εργάτες και καταναλωτικά όντα.

Μέσα σε τούτον τον νέο Αρμαγεδδώνα ωστόσο υπάρχουν οάσεις νέων ανθρώπων που κάνουν αλυσίδες ζωής και δράσης ανεξάρτητες από τις επιταγές των αγορών, των τραπεζών και της παγκόσμιας δικτατορίας. Εργάζονται, δημιουργούν, συνασπίζονται, συνεταιρίζονται και πολλοί επιστρέφουν στην ύπαιθρο χώρα. Λίγοι είναι αλλά στέκομαι δίπλα τους, τους θαυμάζω και αυτή η συνάφεια με κάνει να αισιοδοξώ.  

Πείτε μου λίγα πράγματα για την οικογένειά σας…

Η οικογένεια μου είναι η κομμούνα μου. Αυτό τα λέει όλα. 

Πόσο εύκολο είναι για μια γυναίκα να συνδυάσει οικογενειακή ζωή και καριέρα;

Είναι δύσκολο, αλλά όμορφο. Μάλλον σε αυτό στάθηκα τυχερή γιατί έχω την αρωγή της φαμίλιας μου. Γεννούσα τα παιδιά μου μαζί με τα βιβλία και έμαθαν να ζουν με αυτόν τον τρόπο ζωής. Φυσικά δεν παραλείπω να νιώθω ευγνωμοσύνη που συνάντησα τον ιδεατό σύντροφο για μια δημιουργό.

Πιστεύετε πως σήμερα τα παιδιά διαβάζουν βιβλία; Αυτή η γενιά που μεγαλώνει με τα τάμπλετς και τα κινητά είναι πιο ευτυχισμένη από «τη γενιά της αλάνας;»

Δεν κρίνω από τον εαυτό μου. Και τα παιδιά της εποχής που μεγάλωνα εγώ ελάχιστα διάβαζαν, κυρίως στα χωριά. Θυμάμαι γονείς που μάλωναν τα παιδιά τους όταν τα έβλεπαν να «χαζεύουν» κρατώντας στα χέρια κάποιο από τα δημοφιλή κόμικς της εποχής εκείνης. Βιβλία για τους γονιούς ήταν μόνο τα σχολικά.  

Έπειτα τι θα πει ευτυχία και «γενιά της αλάνας»; Αυτή η «γενιά της αλάνας» δεν είναι οι πατεράδες και οι παππούδες του σήμερα; Δεν είναι οι πολιτικοί, οι διοικητές, οι πρόεδροι, οι εκπαιδευτικοί, οι υπάλληλοι, οι εργάτες; Αν ήταν πιο ευτυχείς, γιατί ο κόσμος δεν έγινε καλύτερος;  

Πιστεύω ότι τα παιδιά διαβάζουν όταν τους δίνεται το κίνητρο από την οικογένεια, το σχολείο και την πολιτεία. Η φιλαναγνωσία καλλιεργείται. Και σήμερα υπάρχουν οι δυνατότητες. Μοιραία η τεχνολογία εξελίσσεται και δεν γυρνάει η κατάσταση πίσω. Ας γίνει τουλάχιστον αρωγός στη γνώση.

Προσωπικά αγαπώ την τεχνολογία επειδή διευκολύνει τα μέγιστα τις έρευνές μου και συμπληρώνει τη γνώση μου. Αν υπάρξει ένας παιδαγωγός που να βάλει τη λογοτεχνία μέσα στην τάξη, ο μαθητής σίγουρα θα αγκαλιάσει το βιβλίο.

Ξεχωρίζετε κάποιο από τα βιβλία σας; Ποιο είναι το αγαπημένο σας;

Όχι, δεν ξεχωρίζω κανένα βιβλίο. Αφήνω την προτίμηση στους αναγνώστες, οι οποίοι ξεχώρισαν το βιβλίο «Όπως ήθελα να ζήσω». 

Τι δεν έχετε γράψει ακόμη;

Όσο ζω θα γράφω, γιατί αυτή είναι η ζωή μου. Δε σχεδιάζω. Υπάρχει ένας μαγικός τρόπος που έρχονται και με βρίσκουν τα θέματα.  Έμαθα να έχω τα μάτια ανοιχτά σε ό,τι συμβαίνει γύρω μου.  Είναι τόσα πολλά τα ερεθίσματα που δεν προλαβαίνω καν να σκεφτώ τι θα επιθυμούσα να γράψω.

Σας λείπει το χωριό; Επισκέπτεστε συχνά τον τόπο μας;

Το χωριό δεν μου λείπει γιατί βρίσκεται διαρκώς στη μνήμη μου. Όμως και με τη φυσική μου παρουσία είμαι κοντά. Ζω τρεις με τέσσερις μήνες το χρόνο στον Αστακό, τα αδέρφια μου και τα ανίψια μου ζουν στο Αγρίνιο και η μάνα μου ζούσε μέχρι πέρσι στο Αγγελόκαστρο.

Το βιβλίο μου «Μετά Φόβου», είναι εμποτισμένο από τις γητειές που μου εμφύσησε αυτός ο τόπος, αλλά και τα μαράζια  που μου άφησε και μου αφήνει κάθε μέρα.  

Πώς περνάτε τον ελεύθερο χρόνο σας; Υπάρχουν κάποιες δραστηριότητες με τις οποίες θα θέλατε να ασχοληθείτε.

Διαβάζω πολύ και συστηματικά, περπατώ, σκέπτομαι, φιλοσοφώ και όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες ταξιδεύω. Έχω όσα χρειάζομαι. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Ποιοι είναι οι στόχοι σας για τη νέα χρονιά;

Μέσα στην καραντίνα κατάφερα να ολοκληρώσω ένα ακόμα μυθιστόρημα και βρίσκομαι στο στάδιο των διορθώσεων. Στόχους δεν βάζω. Η ζωή είναι απρόοπτη. Χαίρομαι όταν ξυπνώ το πρωί, κάνω ένα ζεστό ρόφημα, ανασαίνω το άρωμα των βοτάνων και ξεκινώ τη δουλειά της κάθε μέρας…

Αν γράφατε κάποια στιγμή την αυτοβιογραφία σας, ποια θα ήταν η πρώτη πρόταση που θα ξεκινούσε το έργο σας;

Γεννήθηκα στο Κάστρο των Αγγέλων…


Συνέντευξη: Νάντια Μπούτα

«Agrinio 365» Media Group | Antenna-Star.gr – AgrinioTimes.gr