Η φύση καταρρέει

68% μείωση πληθυσμών άγριας ζωής από το 1970

  • Σε λιγότερο από 50 χρόνια, οι πληθυσμοί άγριας ζωής παγκοσμίως έχουν συρρικνωθεί 2/3 κατά μέσο όρο, φέρνοντας τον πλανήτη και το μέλλον της ανθρωπότητας στο χείλος της καταστροφής. Τώρα είναι η στιγμή της δράσης.

Τον κώδωνα του κινδύνου για τη φύση και τον άνθρωπο κρούει η έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2020» του WWF, η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα. Η δραματική μείωση των πληθυσμών άγριας ζωής απειλεί και την ίδια την επιβίωση του ανθρώπου, καθώς γίνεται πλέον ξεκάθαρο πως οι αιτίες που οδηγούν τη φύση σε κατάρρευση είναι ίδιες με αυτές που συμβάλλουν στην εμφάνιση ζωονόσων και στο ξέσπασμα πανδημιών, όπως αυτή του COVID-19. To WWF ζητά επείγουσα ανάληψη δράσης για να αντιστραφεί η τάση μέχρι το 2030.

Ο «Ζωντανός Πλανήτης 2020», η 13η έκδοση της έκθεσης – ορόσημο του WWF παγκοσμίως, παρουσιάζει μία συνολική εικόνα της κατάστασης του φυσικού μας κόσμου μέσα από τον Δείκτη LPI (Living Planet Index), όπως προσδιορίστηκε από τη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνου (ZSL-Zoological Society of London). Ο Δείκτης αποτυπώνει την τάση για σχεδόν 21.000 πληθυσμούς περισσότερων από 4.000 ειδών σπονδυλόζωων στο διάστημα μεταξύ 1970 και 2016, με τη συμβολή πάνω από 125 ειδικών από όλο τον κόσμο. Συγκεκριμένα, μέσα σε αυτά τα 46 χρόνια, καταγράφεται μείωση 68% κατά μέσο όρο στο μέγεθος των πληθυσμών θηλαστικών, πτηνών, αμφιβίων, ερπετών και ψαριών διεθνώς.

Σύμφωνα με τον LPI, μεταξύ των αιτιών για τη μείωση κατά 2/3 των παγκόσμιων πληθυσμών σπονδυλόζωων, βρίσκονται και οι παράγοντες που θεωρείται ότι αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης πανδημιών -συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών χρήσεων γης και του εμπορίου άγριας ζωής.

«Τα στοιχεία της έκθεσης δείχνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι ο πλανήτης εκπέμπει σήμα κινδύνου. H φύση μας προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες αλλά έχει και τη δική της μοναδική αυταξία. Η καταστροφή της επηρεάζει κάθε πτυχή της ζωής μας, με το πιο τρανταχτό παράδειγμα να είναι η τρέχουσα πανδημία του κορωνοϊού. Τώρα είναι η στιγμή να αναλάβουμε δράση και να παλέψουμε για την ίδια μας την επιβίωση», τονίζει ο Γενικός Διευθυντής του WWF Ελλάς, Δημήτρης Καραβέλλας.

«Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα στοιχεία –οι σημαντικές μειώσεις στους πληθυσμούς των ειδών άγριας ζωής είναι μια ένδειξη ότι η φύση καταρρέει. Από τα ψάρια στους ωκεανούς μας και στα ποτάμια, έως τις μέλισσες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην αγροτική παραγωγή, η μείωση της άγριας ζωής επηρεάζει άμεσα τη διατροφή, τη διατροφική ασφάλεια και τη δυνατότητα βιοπορισμού δισεκατομμυρίων ανθρώπων», σημειώνει ο Γενικός Διευθυντής του WWF International, Marco Lambertini.

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, η κύρια αιτία για τη δραματική μείωση των πληθυσμών των χερσαίων ειδών που περιλαμβάνονται στον LPI είναι η απώλεια και υποβάθμιση των οικοτόπων, συμπεριλαμβανομένης της αποδάσωσης, που οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο εμείς, ως ανθρωπότητα, παράγουμε τροφή.

Μεγάλη εντύπωση προκαλεί η ραγδαία μείωση πληθυσμών συγκεκριμένων εμβληματικών ειδών ανά τον κόσμο, όπως για παράδειγμα:

Οι πληθυσμοί του απειλούμενου γορίλα του Grauer στο Εθνικό Πάρκο Kahuzi-Biega, στη Δημοκρατία του Κονγκό, που εκτιμάται ότι έχουν μειωθεί κατά 87% μεταξύ 1994 και 2015 κυρίως λόγω του παράνομου κυνηγιού.

Οι αριθμοί του αφρικανικού γκρίζου παπαγάλου στη νοτιοδυτική Γκάνα, που έπεσαν κατά 99% μεταξύ 1992 και 2014 εξαιτίας της παγίδευσης με σκοπό την εμπορία και της  απώλειας των ενδιαιτημάτων του.
Οι πληθυσμοί άγριας ζωής που εντοπίζονται σε οικοσυστήματα γλυκού νερού έχουν υποστεί μείωση 84%. Πρόκειται για την πιο ακραία μέση μείωση πληθυσμών μεταξύ όλων των μεγαδιαπλάσεων, που ισοδυναμεί με πτώση 4% κατ’ έτος από το 1970. Ένα παράδειγμα είναι ο αναπαραγωγικός πληθυσμός του οξύρρυγχου της Κίνας στον ποταμό Yangtze της Κίνας, ο οποίος μειώθηκε 97% μεταξύ 1982 και 2015 λόγω της κατασκευής φραγμάτων κατά μήκος του ποταμού.

Καθώς το φυσικό περιβάλλον υποβαθμίζεται πιο γρήγορα από ποτέ, στην εξίσωση προστίθεται και η κλιματική κρίση, η οποία επιταχύνει περαιτέρω αυτή την εξέλιξη ως ένας από τους βασικούς και γοργά ανερχόμενους παράγοντες που απειλούν τα οικοσυστήματα και τον πλούτο των ειδών. Παράλληλα, η απώλεια βιοποικιλότητας επίσης επιτείνει την κλιματική αλλαγή – για παράδειγμα η καταστροφή των δασών αυξάνει τα επίπεδα CO2 στην ατμόσφαιρα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό και επείγον οι δύο κρίσεις, του κλίματος και της απώλειας βιοποικιλότητας, να αντιμετωπιστούν παράλληλα με συντονισμένες και φιλόδοξες δράσεις.

Ανάγκη για επείγουσα ανάληψη δράσης

Η έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2020» περιλαμβάνει επίσης καινοτόμα μοντέλα[i] που δείχνουν ότι χωρίς περαιτέρω προσπάθειες για την αντιμετώπιση της απώλειας και της υποβάθμισης των οικοτόπων, η παγκόσμια βιοποικιλότητα θα συνεχίσει να μειώνεται. Οι υπολογισμοί καθιστούν σαφές ότι η σταθεροποίηση και αντιστροφή της απώλειας που προκαλείται από την ανθρωπογενή καταστροφή των φυσικών οικοτόπων θα είναι εφικτή μόνο αν υιοθετηθούν αποφασιστικές και πιο φιλόδοξες προσπάθειες διατήρησης και αν μετασχηματιστεί ο τρόπος που παράγουμε και καταναλώνουμε τροφή. Οι αλλαγές που χρειάζονται περιλαμβάνουν την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στην παραγωγή και εμπορία τροφής, τη μείωση της σπατάλης και την προώθηση πιο υγιεινών και φιλικών προς το περιβάλλον διατροφικών συνηθειών.

Σύμφωνα με την έρευνα, προκειμένου να μετριαστούν ταχύτερα οι πιέσεις στους οικοτόπους άγριας ζωής, τα μέτρα πρέπει να εφαρμοστούν συνδυαστικά και όχι αποσπασματικά. Έτσι, θα μπορέσει να επισπευστεί κατά δεκαετίες η αντιστροφή της τάσης απώλειας βιοποικιλότητας λόγω απώλειας οικοτόπων, σε σχέση με άλλες στρατηγικές που αφήνουν περιθώρια απώλειας και εν συνεχεία επιδιώκουν την αντιστροφή. Τα υπολογιστικά μοντέλα δείχνουν επίσης ότι αν ο κόσμος συνεχίσει «ως έχει», οι έντονοι ρυθμοί απώλειας βιοποικιλότητας που βλέπουμε από το 1970 θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια βάζοντας σε κίνδυνο υπηρεσίες οικοσυστημάτων από τις οποίες εξαρτάται η ανθρωπότητα.

Η έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2020» στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα για επείγουσα ανάληψη δράσης. Συνιστά ένα κάλεσμα προς τους πολίτες ώστε να συμβάλλουν άμεσα στην προστασία της φύσης μέσα από τη μείωση της σπατάλης και τη στροφή προς βιώσιμες διατροφικές και καταναλωτικές επιλογές, ενώ ταυτόχρονα οι πολιτικές ηγεσίες καλούνται να θέσουν ως προτεραιότητα στην ατζέντα τους τη λήψη μέτρων που θα αντιστρέψουν τη σημερινή ανησυχητική εικόνα.

Η έρευνα δημοσιεύεται λίγο πριν την 75η Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, όπου οι ηγέτες αναμένεται να εξετάσουν την πρόοδο των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης, της Συμφωνίας του Παρισιού και της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα (CBD). Η Σύνοδος θα φέρει κοντά ηγέτες από όλο τον κόσμο, επιχειρηματίες και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών ώστε να διαμορφώσουν το πλαίσιο δράσης μετά το 2020 για την παγκόσμια βιοποικιλότητα. Πρόκειται για μια καθοριστική στιγμή προκειμένου να τεθούν οι βάσεις για μια Νέα Συμφωνία για τη Φύση και τον Άνθρωπο, την οποία χρειαζόμαστε επειγόντως.

«Εν μέσω μιας παγκόσμιας πανδημίας, τώρα είναι πιο σημαντικό από ποτέ να αναλάβουμε μια άνευ προηγουμένου και συντονισμένη παγκόσμια δράση ώστε να σταματήσουμε και να αντιστρέψουμε την απώλεια βιοποικιλότητας και πληθυσμών άγριας ζωής ανά τον κόσμο έως το τέλος της δεκαετίας, και για να προστατέψουμε τη μελλοντική μας υγεία και δυνατότητα βιοπορισμού», υπογραμμίζει ο Marco Lambertini.

Περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2020» είναι διαθέσιμες εδώ.

Σημειώσεις:

[1] Τα υπολογιστικά μοντέλα περιλαμβάνονται σε σχετική μελέτη, με τίτλο “Bending the curve of terrestrial biodiversity needs an integratedstrategy”, που συνυπογράφουν το WWF και περισσότερες από 40 Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και ακαδημαϊκά ινστιτούτα, η οποία δημοσιεύεται σήμερα στο περιοδικό Nature.
Χρησιμοποιώντας δεδομένα για 4.392 είδη και 20.811 πληθυσμούς, ο δείκτης LPI 2020 δείχνει μια μέση μείωση 68% στους εν λόγω πληθυσμούς. Η ποσοστιαία μεταβολή του δείκτη αντανακλά τη μέση κατ’ αναλογία μεταβολή στα μεγέθη των πληθυσμών που παρακολουθούνται σε διάστημα 46 ετών – δεν δείχνει τον αριθμό των μεμονωμένων ζώων που χάθηκαν.
Η έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2020» αποτελεί τη 13η έκδοση – δημοσιεύεται ανά δύο έτη. Η πλήρης έκθεση (στα αγγλικά) είναι διαθέσιμη εδώ.

 

 

 

wwf